κεφαλόποδα


κεφαλόποδα
Μία από τις επτά ομοταξίες των μαλακίων. Περιλαμβάνει ζώα με αμφίπλευρη συμμετρία, τα πιο εξελιγμένα μέσα στο φύλο των μαλακίων. Τα κ. κατατάσσονται σε επτά υφομοταξίες, από τις οποίες μόνο δύο περιλαμβάνουν σύγχρονους αντιπροσώπους· αυτές είναι τα ναυτιλοειδή και τα κολεοειδή. Τα ναυτιλοειδή ήταν τα πρώτα κ. που εμφανίστηκαν στο αρχείο των απολιθωμάτων· ωστόσο, η ομάδα αυτή αντιπροσωπεύεται σήμερα από ένα μοναδικό γένος, το γένος ναυτίλος. Σε αυτά το σώμα προστατεύεται από ένα ασβεστολιθικό επίπεδο-σπειροειδές όστρακο, το οποίο χωρίζεται εσωτερικά σε θαλάμους. Σε αντίθεση με τα ναυτιλοειδή, των οποίων το όστρακο είναι καλά ανεπτυγμένο, στα κολεοειδή κ. το όστρακο είναι εσωτερικό και ελαττωμένο (για παράδειγμα, σουπιές και καλαμάρια) ή μπορεί να απουσιάζει, όπως στα χταπόδια. Το κεφάλι των κ. είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο και φέρει μία στεφάνη από μυϊκά εξαρτήματα (βραχίονες ή πλοκάμους), τα οποία περιβάλλουν το στόμα δακτυλιοειδώς· από το χαρακτηριστικό αυτό πήραν την ονομασία κ. Το στόμα περιέχει ένα ζεύγος σκληρών χιτινωδών σιαγόνων, που μοιάζει με ράμφος παπαγάλου, και επιπλέον –όπως και τα υπόλοιπα μαλάκια– ένα ξύστρο, είδος γλώσσας με μια σειρά από μικρά κεράτινα δόντια. Τα μάτια είναι πλευρικά τοποθετημένα στο κεφάλι, μεγάλα, στοιχειώδη στα ναυτιλοειδή, πολύπλοκα όμως στα κολεοειδή. Τα τελευταία φέρουν κρυσταλλοειδή φακό, κερατοειδή χιτώνα, ίριδα και κόρη, όπως τα σπονδυλόζωα, αλλά διαφορετικής δομής και προέλευσης. Η λεγόμενη προσαρμογή του ματιού –η συγκέντρωση δηλαδή των ακτίνων του φωτεινού αντικειμένου πάνω στην ωχρά κηλίδα του αμφιβληστροειδούς– δεν γίνεται, όπως στον άνθρωπο, με κύρτωση (μεταβολή της κυρτότητας) του κρυσταλλοειδούς, αλλά, όπως στις φωτογραφικές μηχανές, με προσέγγιση ή απομάκρυνση του κρυσταλλοειδούς από τον πυθμένα του ματιού με τη βοήθεια βλεφαριδωτών μυών. Προεξέχοντα και τηλεσκοπικά μάτια συναντώνται στα πελαγικά είδη κ. και ιδιαίτερα σε προνυμφικές μορφές και σε είδη που ζουν γενικά στην περιοχή της αβύσσου. Τα κ. φέρουν πίσω από τα μάτια τα όργανα όσφρησης, τα οποία αποτελούνται από δύο θηλές. Το σώμα, εκτός από το κεφάλι, καλύπτεται από τον μανδύα, μια δερμάτινη πτυχή, η οποία τον περιβάλλει σαν σάκο. Στο κοιλιακό τμήμα, μεταξύ μανδύα και σώματος, υπάρχει η μανδυακή κοιλότητα, στην οποία είναι τοποθετημένα συμμετρικά τα βράγχια (δύο στα κολεοειδή και τέσσερα στα ναυτιλοειδή)· από εκεί αρχίζουν οι νεφρικοί αγωγοί και το ειδικό άνοιγμα. Τα κ. χαρακτηρίζονται από ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο νευρικό σύστημα, το οποίο προσεγγίζει εκείνο ορισμένων πτηνών και θηλαστικών. Το νευρικό τους σύστημα αποτελείται από γάγγλια. Στην κεφαλική χώρα των κ. υπάρχει ο περιοισοφαγικός δακτύλιος από εγκεφαλικά γάγγλια, συνδεδεμένα με τα μεγάλα οπτικά και με τα ποδικά γάγγλια, ενώ τα σπλαχνικά γάγγλια εξυπηρετούν, από άποψη νευρικών λειτουργιών, τα σπλάχνα και τον μανδύα. Τα διάφορα γάγγλια είναι, ωστόσο, ευδιάκριτα μόνο στα ναυτιλοειδή· στα κολεοειδή κ. βρίσκονται συγκεντρωμένα σε μια συμπαγή μάζα γύρω από τον οισοφάγο. Τα κ. έχουν χωριστά φύλα και αναπαράγονται με αβγά, των οποίων οι διαστάσεις ποικίλλουν από λίγα χιλιοστά –όπως στα αρσενικά άτομα του αργοναύτη– έως πολλά μέτρα –όπως στην αρχιτευθίδα– η οποία, μαζί με τους πλοκάμους της, ξεπερνά τα 15 μ. Στο όστρακο των ναυτιλοειδών είναι ορατές μόνο οι δύο τελευταίες περιελίξεις, γιατί αυτές καλύπτουν όλες τις υπόλοιπες. Οι περιελίξεις αυτές θυμίζουν το όστρακο των γαστεροπόδων, όμως διαφέρουν από αυτό στο γεγονός ότι το όστρακο των κ. χωρίζεται εσωτερικά σε θαλάμους, από τους οποίους το ζώο καταλαμβάνει μόνο τον τελευταίο. Καθώς το ζώο μεγαλώνει, προχωρά προς τα εμπρός και το πίσω μέρος του μανδύα εκκρίνει νέο διάφραγμα, το οποίο έχει στο κέντρο του ένα άνοιγμα, από το οποίο διέρχεται μια προέκταση της σπλαχνικής μάζας, το σιφώνιο· αυτό εκκρίνει αέριο –κυρίως άζωτο– και ρυθμίζει την πλευστότητα του ζώου. Οι βραχίονες που φέρουν βεντούζες είναι πολυάριθμοι, παρεμβάλλονται στις άκρες του στόματος και ορισμένοι από αυτούς παίζουν ρόλο αισθητηρίων οργάνων. Τα μάτια των ναυτιλοειδών δέχονται το φως από μια στρογγυλή οπή και δεν φέρουν όπως τα κολεοειδή κρυσταλλοειδή φακό. Η καρδιά διαιρείται σε μία κοιλία και τέσσερις κόλπους, διατεταγμένους κατά ζεύγη. Τέσσερις είναι επίσης οι λοβοί του συκωτιού και οι νεφρικοί σάκοι. Τα κολεοειδή δεν έχουν εξωτερικό όστρακο· εξαίρεση αποτελεί μόνο το γένος σπειρύλη, στο οποίο όμως ένα μέρος από το όστρακο καλύπτεται από τον μανδύα. Σε ορισμένα κολεοειδή κ. (για παράδειγμα, στη σουπιά), το όστρακο, το οποίο δεν φέρει θαλάμους, σχηματίζεται από ανθρακικό ασβέστιο και ονομάζεται σήπιο ή κοινώς κόκαλο της σουπιάς. Σε άλλα είδη, για παράδειγμα στο καλαμάρι, παίρνει σχήμα λεπιού και αποτελείται από κογχυολίνη. Το όστρακο σε αυτά είναι επίσης εσωτερικό. Ο μανδύας του ζώου έχει συχνά δύο τριγωνικά πτερύγια στα πλάγια του σώματος, που χρησιμεύουν ως όργανα προώθησης των κ. στο νερό και ως όργανα ισορροπίας. Κοντά στο εδρικό άνοιγμα υπάρχει ο μικρός πόρος του σάκου της μελάνης, ενός αδενώδους οργάνου που βρίσκεται στην περιοχή του εντέρου και εκκρίνει καφέ ή μαύρο υγρό, το οποίο περιέχει μεγάλη ποσότητα μελανίνης. Σε περίπτωση κινδύνου, το υγρό αυτό αποβάλλεται προς τα έξω, για να θολώσει το νερό και να αποκρύψει τις κινήσεις του ζώου. Το στόμα των κολεοειδών φέρει ξύστρο με περισσότερες σειρές δοντιών, ακολουθούν ο αρκετά φαρδύς οισοφάγος, το στομάχι, το τυφλό έντερο, όπου εκβάλλουν οι αγωγοί του συκωτιού και του παγκρέατος, και το έντερο. Η καρδιά έχει δύο κόλπους. Δύο επίσης είναι οι νεφρικοί σάκοι. Οι βραχίονες, οι οποίοι έχουν βεντούζες, είναι οχτώ στην τάξη των οκταπόδων (αργοναύτης, χταπόδι), ενώ στα υπόλοιπα (σουπιά, καλαμάρι, σπείρουλα), εκτός από τους οχτώ, υπάρχουν και άλλοι δύο πολύ μακρύτεροι βραχίονες, που είναι οι καθαυτοί πλόκαμοι. Οι τελευταίοι φέρουν βεντούζες μόνο στο ακραίο τμήμα τους, που έχει σχήμα ροπάλου. Οι πλόκαμοι αυτοί μπορούν να αποσύρονται μέσα σε ειδικούς θυλάκους. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των κ. είναι η ικανότητά τους να αλλάζουν χρώμα, ως αποτέλεσμα της εκάστοτε διαστολής ή συστολής των χρωματοφόρων κυττάρων, τα οποία βρίσκονται κατανεμημένα στο δέρμα του ζώου και περιέχουν κοκκία κίτρινης, κόκκινης ή φαιάς χρωστικής ουσίας. Τα χρωματοφόρα κύτταρα ελέγχονται από το νευρικό σύστημα και τα κύρια αρχικά ερεθίσματα, στα οποία αντιδρούν, είναι οπτικά. Πολλά κ., τέλος, είναι εφοδιασμένα με φωτογόνα όργανα, ποικίλης και πολύπλοκης δομής, εξοπλισμένα με άρτια οπτικά εξαρτήματα (φακοί, προβολείς κ.ά.), με αποτέλεσμα να εκδηλώνουν το φαινόμενο του βιοφωσφορισμού. Διάφορα κ. χρησιμοποιούνται για τη διατροφή του ανθρώπου, γι’ αυτό η αλιεία τους παρουσιάζει μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον. Από τη σουπιά χρησιμοποιούνται επίσης η μελάνη για τη ζωγραφική και το όστρακό της στα κλουβιά διαφόρων πουλιών, ως πιατάκι για το πλύσιμο του ράμφους τους. Παλαιοντολογία. Η ιστορία των κ. αρχίζει με τα ναυτιλοειδή, τα οποία πιθανότατα έκαναν την εμφάνισή τους στην Ανατολή (Κίνα), όπου σε διάφορα στρώματα της καμβρίου περιόδου βρέθηκαν ενδιαφέροντα απολιθωμένα δείγματα κ. αυτής της ομάδας. Επιβεβαιωμένη είναι επίσης η παρουσία τους κατά το σιλούριο, όπου σημειώθηκε η μεγάλη εξέλιξη των ναυτιλοειδών. Στα τέλη του παλαιοζωικού αιώνα και κατά τη διάρκεια των γεωλογικών εποχών που ακολούθησαν, αυτή η ομάδα άρχισε να εμφανίζει βαθμιαία εξάντληση. Η μοναδική σχεδόν μαρτυρία της ύπαρξης κ. ναυτιλοειδών σήμερα είναι το γένος ναυτίλος. Σημαντική παλαιοντολογική αξία παρουσιάζουν επίσης οι αμμωνίτες και οι βελεμνίτες, αποκλειστικά απολιθωμένα γένη κ., που χαρακτηρίζουν τις διάφορες εποχές του μεσοζωικού αιώνα. Πρώτοι εκπρόσωποι των αμμωνιτών υπήρξαν οι γωνιατιτίδες. Οι τελευταίοι εμφανίστηκαν κατά το σιλούριο, έφτασαν στο απόγειο της εξέλιξής τους κατά τη λιθανθρακοφόρο περίοδο και εξαφανίστηκαν από τις διάφορες θάλασσες κατά το τριασικό (πρώτη περίοδο του μεσοζωικού αιώνα), ενώ άρχιζε μεγάλη εξάπλωση των οικογενειών των πινακοκερατιδών και αρκεστιδών. Οι δυσμενείς συνθήκες περιβάλλοντος, που σημειώθηκαν κατά το τέλος του τριασικού και τις αρχές του ιουρασικού, προκάλεσαν τη σχεδόν πλήρη εξαφάνιση των τριασικών τύπων των αμμωνιτών, οι οποίοι έως το τέλος του ιουρασικού είχαν ήδη υποκατασταθεί από πολλές άλλες οικογένειες κ. αυτής της ομάδας. Μια δεύτερη κρίση, γύρω στα τέλη του κρητιδικού, προκάλεσε τη σχεδόν απότομη εξάλειψη όλων αυτών των ομάδων. Συμπερασματικά, η ομάδα των ναυτιλοειδών είναι η πιο χαρακτηριστική θαλάσσια πανίδα του παλαιοζωικού αιώνα, ενώ οι αμμωνίτες και οι βελεμνίτες καθώς και κάποια άλλα μαλάκια χαρακτηρίζουν αποκλειστικά την περίοδο του μεσοζωικού αιώνα. μεγαλόσωμα είδη. Στα κολεοειδή –εκτός από τα κοινά γένη, στα οποία ανήκουν τα γνωστά καλαμάρια και οι σουπιές– περιλαμβάνονται και ορισμένα γένη γιγαντιαίων διαστάσεων, όπως η αρχιτευθίς, ένα από τα μεγαλύτερα επιζώντα ασπόνδυλα. Μερικά από αυτά, που ζουν στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό, φτάνουν σε συνολικό μήκος τα 16-18 μ. (3-4,5 μ. είναι μόνο το μήκος του σώματός τους). Στην τάξη των οκταπόδων, η οποία περιλαμβάνει τα χταπόδια, ανήκει και ο οκτάπους ο στικτός, του οποίου βρέθηκαν άτομα συνολικού μήκους 5 μ., κοντά στις δυτικές ακτές της Βόρειας Αμερικής. Στα τετραβραγχιωτά των κεφαλοπόδων, το σώμα προστατεύεται πάντοτε από ένα σπειροειδές κοχύλι∙ απολιθωμένο κοχύλι τραχυκέρατος. Tομή του ίδιου κοχυλιού, που αποκαλύπτει τη διαίρεση σε θαλάμους, από τους οποίους το ζώο καταλάμβανε μόνο τον εξωτερικό. Αριστερά, σχηματική τομή του ναυτίλου∙ δεξιά, τομές κοχυλιών μερικών διβραγχιωτών: 1) σουπιά∙ 2) βελεμνίτης (απολίθωμα)∙ 3) σπειρουλιρόστρα (απολίθωμα)∙ 4) σπείρουλα∙5) ομματοστρόφος. Η σουπιά συγκαταλέγεται στην ομοταξία των κεφαλόποδων. Το χταπόδι, θαλασσινό μαλάκιο,ανήκει στα κεφαλόποδα. Διάφορα είδη κεφαλοπόδων: 1) ναυτίλος ο πομπίλιος∙ 2) καλαμάρι (Loligo vulgaris)∙ 3) σουπιά (Sepiaofflcinalis)∙ 4) πυροτευθίδα η μαργαριτοφόρα∙ 5) ρόσια η μακρόσωμη∙ 6) χειροτευθίδα∙ 7) θηλυκό άτομο αργοναύτη∙ 8) Tremoctopus violaceus∙ 9) μοσχοχτάποδο (Eledonemoscata)∙ 10) Ocythoe tubercolata, θηλυκό άτομο∙ 11) Ocythoe tubercolata, αρσενικό άτομο∙ 12) Scaeurgus tetracirrus∙ 13) κοινό χταπόδι.
* * *
τα
ζωολ. ομοταξία αποκλειστικά θαλάσσιων μαλακίων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. cephalopoda < cephal- (πρβλ. κεφαλ[ο]-*) + -poda (πρβλ. -πόδα < ποῦς, ποδός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μαλάκια — Μεγάλο φύλο του ζωικού βασιλείου, το οποίο περιλαμβάνει ζώα με μαλακό σώμα –όπως υποδηλώνει και η ονομασία τους– το οποίο βρίσκεται μέσα σε ένα σκληρό ασβεστολιθικό κέλυφος. Στερούνται μεταμέρειας και έχουν αμφίπλευρη συμμετρία, η οποία μερικές… …   Dictionary of Greek

  • μαλακία — Μεγάλο φύλο του ζωικού βασιλείου, το οποίο περιλαμβάνει ζώα με μαλακό σώμα –όπως υποδηλώνει και η ονομασία τους– το οποίο βρίσκεται μέσα σε ένα σκληρό ασβεστολιθικό κέλυφος. Στερούνται μεταμέρειας και έχουν αμφίπλευρη συμμετρία, η οποία μερικές… …   Dictionary of Greek

  • θολός — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 70 μ., 918 κάτ.) στην πρώην επαρχία Φυλλίδος του νομού Σερρών. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, 26 χλμ. ΝΑ των Σερρών. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ζίχνης. * * * (I) ο (ΑΜ θολός) το πυκνό μαύρο υγρό που… …   Dictionary of Greek

  • Cephalopod — Cephalopods Temporal range: Devonian – Recent[1] (Stem groups from Cambrian)[2] …   Wikipedia

  • Цефалоподы — ? Головоногие Головоногие. Иллюстрация из книги Ernst Haeckel s Kunstformen der Natur, 1904 г. Научная классификация Царство: Животные …   Википедия

  • δεκάποδος — η, ο (Α δεκάπους, ουν) αυτός που έχει μήκος δέκα ποδών νεοελλ. 1. (για ζώα) αυτός που έχει δέκα πόδια 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα δεκάποδα α) καρκινοειδή μαλακόστρακα με πέντε ζεύγη βαδιστικών ποδιών (γαρίδες, καβούρια κ.λπ.) β) μαλάκια… …   Dictionary of Greek

  • ζωογεωγραφία — Κλάδος της ζωολογίας που ασχολείται με την κατανομή των ζώων στην επιφάνεια της Γης και στα νερά. Για τις έρευνές της, η ζ. συνεργάζεται με άλλες επιστήμες, όπως με τη φυσική γεωγραφία (με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το κλίμα, την ωκεανογραφία, την… …   Dictionary of Greek

  • ζύγαινα — (zygaena). Ψάρι της οικογένειας των καρχαρινιδών, της τάξης των πλευροτρημάτων, με χαρακτηριστικό κεφάλι σε σχήμα Τ. Τα μάτια του βρίσκονται στα άκρα των δύο λοβών του κεφαλιού. Το στόμα, μεγάλο και τοξοειδές, φέρει ισχυρά μυτερά δόντια σε 3 ή 5… …   Dictionary of Greek

  • καρδιόκερας — (Cardioceras). Γένος ζώων της οικογένειας των στεφανοκερατιδών, που έχει εκλείψει. Ήταν κεφαλόποδα μαλάκια, με όστρακο που σκεπαζόταν από πτυχές διχασμένες προς τα έξω σε τουλάχιστον δύο κλάδους. Απολιθωμένα λείψανά τους βρέθηκαν σε στρώματα της… …   Dictionary of Greek

  • μελάνη — (5ος αι. μ.Χ.). Ρωμαία φιλάνθρωπος και οσία της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Υπήρξε μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις φιλάνθρωπων της παλαιοχριστιανικής περιόδου, οι οποίοι ανέπτυξαν μεγάλη κοινωνική δράση επηρεασμένοι από τη χριστιανική… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.